Ηλεκτρικοί Θερμοσίφωνες
-
Pyramis Ηλεκτρικός Θερμοσίφωνας 10lt / 1,5kw Δαπέδου 26,5 X 39 X 23,5cm
Τύπος: Θερμοσίφωνας, Χωρητικότητα: 10 lt, Τοποθέτηση: Δαπέδου, Ισχύς: 1.5 kW83,00 € -
Pyramis Ηλεκτρικός Θερμοσίφωνας 40 Lt / 3,5kw Δαπέδου ∅40cm / 53cm
Τύπος: Θερμοσίφωνας, Χωρητικότητα: 40 lt, Τοποθέτηση: Δαπέδου, Ισχύς: 3.5 kW139,00 € -
Pyramis Θερμοσίφωνας 10lt 1.5kW Δαπέδου (027031701)
Τύπος: Θερμοσίφωνας, Χωρητικότητα: 10 lt lt, Τοποθέτηση: Δαπέδου, Ισχύς: 1,5 kW kW83,99 € -
Θερμοσίφωνας Pyramis 80lt 3.5kW Δαπέδου (027032601)
Τύπος: Θερμοσίφωνας, Χωρητικότητα: 80 lt, Τοποθέτηση: Δαπέδου, Ισχύς: 3.5 kW165,12 € -
Θερμοσίφωνας Pyramis 40lt 3.5kW Δαπέδου (027032001)
Τύπος: Θερμοσίφωνας, Χωρητικότητα: 40 lt, Τοποθέτηση: Δαπέδου, Ισχύς: 3.5 kW147,00 € -
Θερμοσίφωνας Pyramis 60lt 3.5kW Δαπέδου (027032301)
Τύπος: Θερμοσίφωνας, Χωρητικότητα: 60 lt, Τοποθέτηση: Δαπέδου, Ισχύς: 3.5 kW161,00 € -
Pyramis Θερμοσίφωνας 80lt 4kW Δαπέδου (028058801)
Τύπος: Θερμοσίφωνας, Χωρητικότητα: 80 lt lt, Τοποθέτηση: Δαπέδου, Ισχύς: 3.5 kW195,00 € -
Pyramis Ηλεκτρομπόιλερ 60lt 4kW Δαπέδου (028058301)
Τύπος: Ηλεκτρομπόιλερ, Χωρητικότητα: 60 lt lt, Τοποθέτηση: Δαπέδου, Ισχύς: 3.5 kW186,00 € -
Κορυφαία brand ηλεκτρικοί θερμοσίφωνες
-
💡Χρειάζεσαι βοήθεια;
Οι θόρυβοι στα καλοριφέρ, όπως κλικ ή τρίξιμο, προκαλούνται συχνά από τη διαστολή και συστολή των μετάλλων λόγω απότομων αλλαγών θερμοκρασίας. Έντονοι ή ενοχλητικοί ήχοι μπορεί να υποδηλώνουν προβληματική στήριξη του σώματος στον τοίχο ή την ύπαρξη εγκλωβισμένου αέρα που χρειάζεται εξαέρωση.
Ο χρόνος που απαιτείται για τη θέρμανση του νερού από έναν ηλιακό θερμοσίφωνα επηρεάζεται από πολλαπλούς παράγοντες. Αυτοί περιλαμβάνουν την ισχύ της ηλιακής ακτινοβολίας, τη θερμοκρασία του περιβάλλοντος, τον όγκο του θερμοσίφωνα και την αποτελεσματικότητα των ηλιακών συλλεκτών. Σε συνθήκες πλήρους ηλιοφάνειας και θερμοκρασιών περιβάλλοντος περίπου 20-25°C, ένας κοινός θερμοσίφωνας μπορεί να ολοκληρώσει τη θέρμανση του νερού εντός 1 έως 3 ωρών. Ωστόσο, όταν οι καιρικές συνθήκες είναι λιγότερο ευνοϊκές, όπως σε συννεφιασμένες ημέρες ή κατά τη διάρκεια του χειμώνα, ο απαιτούμενος χρόνος μπορεί να αυξηθεί, ή η συνολική απόδοση να είναι περιορισμένη. Πρόσθετες πληροφορίες είναι διαθέσιμες σε σχετικούς οδηγούς.
Η λειτουργία του ηλιακού θερμοσίφωνα βασίζεται στην αξιοποίηση της ηλιακής ενέργειας για τη θέρμανση του νερού. Η ηλιακή ακτινοβολία προσπίπτει στους ηλιακούς συλλέκτες, που συνήθως βρίσκονται στην οροφή. Μέσα στους συλλέκτες κυκλοφορεί νερό ή ένα ειδικό αντιψυκτικό υγρό. Αυτό το υγρό θερμαίνεται από την ηλιακή ενέργεια και στη συνέχεια μεταβιβάζει αυτή τη θερμότητα στο νερό που είναι αποθηκευμένο σε μια ειδικά μονωμένη δεξαμενή. Το κρύο νερό εισέρχεται στον συλλέκτη, θερμαίνεται, γίνεται ελαφρύτερο και ανεβαίνει στην κορυφή του. Ταυτόχρονα, ψυχρότερο, βαρύτερο νερό από τη δεξαμενή μεταφέρεται στον συλλέκτη για να αναπληρώσει το ζεστό, ολοκληρώνοντας έναν συνεχή κύκλο. Το θερμαινόμενο νερό στη συνέχεια παρέχεται από τη δεξαμενή για οικιακή χρήση, όπως στο μπάνιο ή την κουζίνα. Οι ηλιακοί θερμοσίφωνες είναι αποδοτικοί και συμβάλλουν στη μείωση της κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας.
Υπάρχουν διαθέσιμες επιδοτήσεις για την αγορά ηλιακών θερμοσιφώνων μέσω του προγράμματος «Αλλάζω Σύστημα Θέρμανσης και Θερμοσίφωνα» που έχει ανακοινωθεί από το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας. Το εν λόγω πρόγραμμα δύναται να χορηγήσει επιδότηση που κυμαίνεται στο 50% ή 60% για την αγορά, την τοποθέτηση και τα σχετικά υλικά. Πληροφορίες για το πρόγραμμα και τις προϋποθέσεις του είναι διαθέσιμες στο σχετικό άρθρο «Αλλάζω Σύστημα Θέρμανσης και Θερμοσίφωνα: Όλα όσα πρέπει να γνωρίζεις». Η περίοδος υποβολής αιτήσεων για όσους σχεδιάζουν αλλαγή συστήματος θέρμανσης με ηλιακό θερμοσίφωνα εντός του 2025, αποτελεί κατάλληλη χρονική στιγμή.
Η χρήση ηλιακού θερμοσίφωνα επιφέρει σημαντική εξοικονόμηση ηλεκτρικής ενέργειας, καθώς η ενέργεια που απαιτείται για τη θέρμανση του νερού προέρχεται κυρίως από την ηλιακή ακτινοβολία, μειώνοντας την εξάρτηση από το ηλεκτρικό δίκτυο. Επιπλέον, εξασφαλίζεται άμεση διαθεσιμότητα ζεστού νερού, χωρίς αναμονή. Το ποσοστό εξοικονόμησης ενέργειας, που μπορεί να κυμανθεί από 50% έως και 90%, εξαρτάται από διάφορους παράγοντες, όπως το μέγεθος του ηλιακού συστήματος, οι τοπικές κλιματολογικές συνθήκες και οι καταναλωτικές ανάγκες του νοικοκυριού. Για παράδειγμα, εάν χρησιμοποιείται ηλιακός θερμοσίφωνας για τη θέρμανση του νερού, είναι δυνατόν να μειωθεί η κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας που θα χρειαζόταν για τη λειτουργία ενός συμβατικού ηλεκτρικού θερμοσίφωνα. Σε περιοχές με υψηλή ηλιοφάνεια, το ποσοστό εξοικονόμησης μπορεί να είναι ακόμη μεγαλύτερο, με τον ηλιακό θερμοσίφωνα να καλύπτει σχεδόν στο σύνολο τις ανάγκες για ζεστό νερό. Αυτή η μείωση στην κατανάλωση ενέργειας μεταφράζεται άμεσα σε μείωση του λογαριασμού ρεύματος, προσφέροντας οικονομικά οφέλη μακροπρόθεσμα. Η αρχική επένδυση για την εγκατάσταση ενός ηλιακού θερμοσίφωνα συνήθως αποσβένεται εντός 3 έως 5 ετών, ανάλογα με τις συνθήκες χρήσης. Πρόσθετη χρήσιμη πληροφόρηση μπορεί να βρεθεί στο άρθρο «Γιατί να βάλω ηλιακό θερμοσίφωνα στο σπίτι;».
Η κατανάλωση ρεύματος μιας αντλίας θερμότητας δεν είναι σταθερή, αλλά επηρεάζεται από πολλούς παράγοντες. Συγκεκριμένα, η εξωτερική θερμοκρασία παίζει ρόλο: όσο πιο χαμηλή είναι, τόσο περισσότερη ενέργεια απαιτείται για τη θέρμανση. Το μέγεθος του χώρου είναι επίσης σημαντικό, καθώς μεγαλύτεροι χώροι χρειάζονται περισσότερη ενέργεια. Η ποιότητα της μόνωσης του κτιρίου επηρεάζει την απώλεια θερμότητας, μειώνοντας την απαιτούμενη ενέργεια σε καλά μονωμένα κτίρια. Η επιθυμητή θερμοκρασία εντός του χώρου καθορίζει επίσης την κατανάλωση, με υψηλότερες θερμοκρασίες να απαιτούν περισσότερη ενέργεια. Ο τύπος της αντλίας θερμότητας (π.χ. αέρας-αέρας, γεωθερμική) διαφέρει στην απόδοση και την κατανάλωση. Τέλος, η ηλικία και η κατάσταση της συντήρησης της μονάδας μπορούν να οδηγήσουν σε αυξημένη κατανάλωση ρεύματος.
Οι ηλιακοί θερμοσίφωνες αξιοποιούν την ηλιακή ενέργεια για την παραγωγή ζεστού νερού, απαιτώντας όμως σημαντικό ελεύθερο χώρο, συχνά στην ταράτσα. Αντίθετα, οι ηλεκτρικοί θερμοσίφωνες λειτουργούν με ηλεκτρικό ρεύμα, καθιστώντας τους λιγότερο ενεργειακά αποδοτικούς. Το πλεονέκτημά τους έγκειται στο μικρότερο μέγεθος, που επιτρέπει την τοποθέτησή τους ακόμα και εντός του μπάνιου. Η κύρια διάκριση έγκειται στην πηγή ενέργειας και τις απαιτήσεις χώρου.
Ένας λέβητας συμπύκνωσης λειτουργεί διοχετεύοντας τα καυσαέρια μέσω ενός εναλλάκτη θερμότητας, αντί να τα αποβάλλει απευθείας στους καπναγωγούς. Μέσα στον εναλλάκτη, τα ζεστά καυσαέρια μεταφέρουν ενέργεια στο νερό που επιστρέφει από τα θερμαντικά σώματα, ψύχονται και στη συνέχεια εκτονώνονται. Οι συμπυκνωμένοι υδρατμοί από τα καυσαέρια συλλέγονται σε ειδική λεκάνη και απομακρύνονται μέσω της αποχέτευσης, προστατεύοντας τον λέβητα από διάβρωση και αυξάνοντας τη συνολική του απόδοση.
Το υλικό κατασκευής του λέβητα επηρεάζει σημαντικά τη διάρκεια ζωής του. Οι λέβητες από χάλυβα είναι συχνά πιο οικονομικοί και ελαφριοί. Αντιθέτως, οι μαντεμένιοι λέβητες αποδίδουν καλύτερα με αέρια καύσιμα, όπως το φυσικό αέριο, και διαθέτουν μεγαλύτερη διάρκεια ζωής, φτάνοντας έως και 30 χρόνια, με μειωμένο κόστος συντήρησης.
Η κύρια διάκριση μεταξύ επιτοίχιων και επιδαπέδιων λεβήτων αφορά την τοποθέτησή τους. Οι επιτοίχιοι εγκαθίστανται στον τοίχο, καθιστώντας τους κατάλληλους για διαμερίσματα και μικρούς χώρους. Αντίθετα, οι επιδαπέδιοι τοποθετούνται στο πάτωμα και συνήθως προσφέρουν μεγαλύτερη ισχύ, καλύπτοντας τις ανάγκες μεγαλύτερων κατοικιών. Η επιλογή εξαρτάται από τις διαστάσεις και τις απαιτήσεις του χώρου.
Η επιλογή της κατάλληλης θερμικής ισχύος για τον λέβητα κρίνεται απαραίτητη και συχνά απαιτεί τη συμβουλή ενός επαγγελματία μηχανικού. Ενδεικτικά, για χώρους έως 100 τ.μ. επαρκεί συνήθως λέβητας έως 20.000 kcal/h. Για επιφάνειες μεταξύ 100 και 200 τ.μ., ενδείκνυται λέβητας 25.000 kcal/h. Σε περιπτώσεις μεγαλύτερων κατοικιών, άνω των 200 τ.μ., μπορεί να απαιτηθεί λέβητας ισχύος 40.000 kcal/h ή και παραπάνω.
Οι βασικοί τύποι λεβήτων θέρμανσης που συναντώνται είναι τέσσερις. Οι λέβητες πετρελαίου αποτελούν τους πιο διαδεδομένους, περιλαμβάνοντας τους λέβητες κεντρικής θέρμανσης, που χρησιμοποιούνται σε παλαιότερες πολυκατοικίες, και τους ατομικούς λέβητες, οι οποίοι παρέχουν θέρμανση και ζεστό νερό σε μεμονωμένα διαμερίσματα και μικρότερες κατοικίες, με εύρος κάλυψης συνήθως έως 250 τετραγωνικά μέτρα. Οι λέβητες ξύλου και πέλετ, γνωστοί και ως λέβητες βιομάζας, είναι ιδιαίτερα οικονομικοί κατά τη χρήση, κυρίως όταν αξιοποιούνται ξύλα, αν και παρουσιάζουν ιδιαιτερότητες όσον αφορά την εγκατάσταση, τη λειτουργία τους και τους διαθέσιμους αυτοματισμούς ασφαλείας. Οι λέβητες φυσικού αερίου θεωρούνται η πιο σύγχρονη και ασφαλής επιλογή, προσφέροντας θέρμανση και ζεστό νερό σε προσιτές τιμές, υπό την προϋπόθεση της ύπαρξης δικτύου φυσικού αερίου στην περιοχή που βρίσκεται η κατοικία. Τέλος, οι λέβητες ηλεκτρικού ρεύματος, όπως υποδηλώνει η ονομασία τους, αξιοποιούν αποκλειστικά την ηλεκτρική ενέργεια για να παρέχουν θέρμανση και ζεστό νερό, χωρίς την ανάγκη χρήσης άλλων καυσίμων, όπως πετρέλαιο, ξύλο ή φυσικό αέριο. Τα κύρια μειονεκτήματά τους εντοπίζονται στη δυσκολία εγκατάστασης και στο υψηλότερο κόστος λειτουργίας λόγω της κατανάλωσης ρεύματος.
Ο υπολογισμός της απαιτούμενης ισχύος ενός λέβητα σε KW ή Kcal είναι μια σύνθετη διαδικασία. Επηρεάζεται από διάφορους παράγοντες, όπως ο όγκος του κτιρίου, η ποιότητα της θερμομόνωσής του, ο αριθμός των πλευρών που εκτίθενται στον εξωτερικό αέρα και η χαμηλότερη αναμενόμενη θερμοκρασία περιβάλλοντος. Για την ακριβή διαστασιολόγηση τόσο του λέβητα όσο και των θερμαντικών σωμάτων, συνιστάται η εκπόνηση μελέτης θέρμανσης από εξειδικευμένο μηχανικό. Υπάρχει, ωστόσο, ένας εμπειρικός τρόπος προσέγγισης: V x K x C = Kcal/h. Σε αυτόν τον τύπο, το V αντιπροσωπεύει τον όγκο του κτιρίου σε κυβικά μέτρα (εμβαδόν x ύψος). Το C είναι η επιθυμητή διαφορά θερμοκρασίας μεταξύ εσωτερικού και εξωτερικού χώρου σε βαθμούς Κελσίου, συνήθως κυμαινόμενη μεταξύ 18-25 C° ανάλογα με τη γεωγραφική περιοχή. Το K είναι ένας συντελεστής που αντικατοπτρίζει την ποιότητα της θερμικής μόνωσης του κτιρίου. Για άριστη μόνωση (π.χ. διπλά τζάμια, εξωτερική θερμομόνωση) το Κ είναι 1,5. Για ικανοποιητική μόνωση (π.χ. διπλά τζάμια, εσωτερική μόνωση) το Κ είναι 2,0. Για ανεπαρκή μόνωση (π.χ. απλός τοίχος, μονωμένη οροφή) το Κ είναι 2,5, ενώ για κτίρια χωρίς καθόλου μόνωση το Κ είναι 3,5. Για παράδειγμα, ένα διαμέρισμα 100 τ.μ. με ύψος 3 μέτρα, επιθυμητή διαφορά 20 C° και ικανοποιητική μόνωση (Κ=2,0) θα απαιτούσε: 100 x 3 x 20 x 2,0 = 12.000 Kcal/h. Για τη μετατροπή σε KW, διαιρούμε τα Kcal/h με 860. Έτσι, 12.000 Kcal/h ισοδυναμούν με περίπου 13,95KW.